Η σκόνη απλωνόταν κατά μήκος της πεδιάδας. Ένα σύννεφο από σωματίδια που χόρευαν άστατα και λαμπιριζαν κάθε που ο ήλιος τα έλουζε με το αδιάκριτο φως του. Ο πύργος, το αιώνιο σύμβολο της φυλακής σου, ήταν πλέον ενα συνοθυλευμα απο ερείπια και είχε γίνει ένα στίγμα στον χάρτη της ζωής μου.

Εσύ προχώραγες με βηματισμό φοβισμένο και βλέμμα ενοχικό μακριά μου αλλά εγώ ένιωθα ότι έκανες το σωστό. Από παιδί, κλεισμένη σε αυτόν τον πύργο, δεν γνώρισες το ποια είσαι. Μόνο ότι σου έλεγαν πως είσαι. Τα λόγια μου, όση αγάπη και να είχαν, σε προσδιόρισαν. Σε περιόριζαν. Και έτσι, για να γνωρίσεις την ελευθερία σου, έφευγες κραδαίνοντας μέσα σου την υπόσχεση να σε μάθεις.

Πήρα μια βαθιά ανάσα, καθάρισα τα μάτια μου από τη σκόνη, σκούπισα τα δάκρυα μου και συνέχισα το δρόμο μου για να γυρίσω στο χωριό.

Θερμή αύρα χάιδευε το πρόσωπο μου καθώς προχωρούσα πάνω στα παλιά μονοπάτια. Στάχυα και ανθισμένα χαμομήλια με περιτριγυρίζαν. Το χρυσαφί τους χανόταν στο μπλε του ορίζοντα και εκεινα κυμάτιζαν στη κάθε προσταγη του ανεμου με τέτοια χάρη και λεπτότητα που ένιωσα πως η πλάση χόρευε τη μελωδία της επιστροφής μου.

Ο ήλιος άρχισε να κατηφορίζει προς στα βουνά σαν παιδί που έψαχνε να κρυφτεί από ντροπή και έκανε τον ουρανό να κοκκινίζει με τα κατορθώματα του. Μπροστά μου, το μονοπάτι χανόταν μέσα στο δάσος. Αν και είχα περάσει ξανά μέσα από αυτόν τον κυκεώνα από δέντρα και πέτρες, αυτή τη φορά, κάτι μου έμοιαζε διαφορετικό.

Μια ιριδίζουσα αχλη ειχε πλημμυρίσει το δασος και ομίχλη αργοσερνόταν στα πόδια μου και σκέπαζε το έδαφος. Αγριόχορτα ξεπεταγόντουσαν πανω απο το νοητό της σώμα και μαρτυρούσαν λιγοστά τη διαδρομή μου. Ήταν όμως αργά. Η ορατότητα περιορισμένη και οι αντοχές μου φθινουσες με κάθε λεπτό που πέρναγε. Ήμουν σίγουρος πως είχα χαθεί και τα αστέρια, αυτή τη φορά, έμοιαζαν να είναι κρυμμένα πίσω από τον θολό μαύρο καθρέφτη του ουρανού.

Μια φιγούρα αχνοφάνηκε από μακριά να φωτίζει με τον φανό της τον δρόμο. «Ένας ταξιδιώτης σαν και εμένα» σκέφτηκα και ξεκίνησα να τον ακολουθώ με την ελπίδα ότι θα βγω από τον λαβύρινθο αυτό μαζί του.

Όσο πλησίαζα τον μυστηριώδη άνδρα μπορούσα να διακρίνω την ιδιαιτερότητα που είχε το πανωφόρι του. Σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο, με μια κουκούλα που σκέπαζε το κεφάλι του και φτιαγμένο από ένα ύφασμα που δεν είχα ξαναδεί. Σκέφτηκα πως η περιορισμένη ορατότητα παίζει παιχνίδια με την αντιληπτικότητα μου.

Ο άνδρας έκανε μια απότομη στροφή στα αριστερά του και φάνηκε να κατεβαίνει καποια σκαλοπάτια. Αύξησα τον ρυθμό του βηματισμού μου για να τον προλάβω, τρομοκρατημένος στη σκέψη ότι όση ώρα τον ακολουθούσα είχα χαθεί ακόμα πιο βαθιά στο δάσος. Γοργανασαινοντας έφτασα στο σημείο που τον είδα να αλλάζει κατεύθυνση.

Πράγματι, πέρα από κάθε λογική και μνήμη, μπροστα μου υπήρχε μια μεγάλη σειρά από μαρμάρινα σκαλοπάτια που κατέβαινε σε μια είσοδο ενός ερειπωμένο κτίσματος που έμοιαζε με αρχαίο ναό. Ο άνδρας στεκόταν μπροστά του σαν να με περιμένε. Γύρισε το κεφάλι του προς τα εμένα και μετά προχώρησε στο εσωτερικό του κτίσματος. «Δεν είναι δυνατόν» αναλογίστηκα. «Δεν υπάρχουν Αρχαίοι Ναοί εδώ.»

Κατέβηκα γρηγορα τα σκαλοπάτια σαν να με είχε πάρει κάποιο θηρίο στο κατόπι. Η καρδιά μου χτύπαγε με αγωνία αλλά και ενθουσιασμό. Τώρα έστεκα και εγώ ένα βήμα από την περίτεχνη και πετροκτιστη είσοδο. Άρχισα να περπατάω προσεκτικά καθώς δεν γνώριζα τις προθέσεις του άνδρα. Στον τοίχο, μια δάδα ήταν αναμμένη και το φως της άφηνε σκιές που έμοιαζαν να έρπονται στο πάτωμα και τους τοίχους του ναού. Σίγουρα την είχε ανάψει εκείνος. Την τράβηξα από τη χάλκινη βάση της και επιτέλους φώτιζα εγώ αυτή τη φορά τον δρόμο μου. Κάτι σαν να ενεργοποιήθηκε μέσα μου και ένιωσα πιο ζωντανός από ποτέ. Επανήλθε η χαρά της ανακάλυψης που με νουθετούσε όταν ήμουν παιδί και ήταν πολύ πιο δυνατή από όποιον φόβο. Ανατρίχιασε όλη μου η ύπαρξη και είχα την έντονη αίσθηση ότι αυτό το είχα ξαναζήσει.

Πέρασα από ένα άδειο και ταλαιπωρημένο δόμα σε έναν χώρο που έμοιαζε να μην ανήκει στον ναό. Ήταν μία μικρή κυκλική πλατεία που την περιτριγυρίζανε τείχη με διάφορες πύλες που οδηγούσαν, σε άλλα δωμάτια και επίπεδα του κτιρίου. Οροφή δεν υπήρχε. Σήκωσα το κεφάλι μου και αγνάντεψα τα αστέρια. Δεν τα είχα ξαναδεί ποτέ τόσο καθαρά. Τόσο φωτεινά. Και όμως λίγες στιγμές πριν έμοιαζαν άφαντα. Κατέβασα το βλέμμα μου στο κέντρο της πλατείας όπου έστεκε μία γέρικη ελιά. Μεγαλεπίβολη και αγέρωχη. Μπροστά της υψωνόταν μία μαρμάρινη βάση που πάνω της είχε ένα βιβλίο. Πλησίασα προσεκτικά με τη δάδα και διάβασα τον τίτλο του. “Μυθολόγιο”

Κάτι με διαπέρασε σαν ηλεκτρισμός. Το έπιασα με το ένα χέρι και, παρά το βάρος του, δεν μπορούσα να παλέψω την ορμή μου να το πάρω μαζί μου. Αύξησα τον βηματισμό μου και άρχισα να περνάω από τα δωμάτια σαν αγέρας στην έρημο. Όταν έφτασα στην είσοδο, άφησα τη δάδα στη βάση της και επιτέλους το κράτησα και με τα δυο μου χέρια. Δερματόδετο, στολισμένο με χάλκινες προστατευτικές γωνίες και δύο λουριά που το έδεναν. Ο τίτλος του έμοιαζε σαν να είναι αποτυπωμένος με χρυσάφι. Έμοιαζε να είναι σύγχρονο και συνάμα αρχαίο. Δεν μπορούσα να του προσδώσω χρόνο. Ξαφνικά μία φωνή ακούστηκε έξω από τον ναό.

– Επιτέλους το βρήκες! –

Ο άνδρας είχε κατεβασμένη τη κουκούλα από το πανωφόρι του και δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπο του. Το χαμόγελό του όμως ήταν εμφανές και περίεργα οικείο. Η φωνή του δε, τρομαχτικά κοντινή με τη δική μου.

– Ποτέ δεν μου άρεσε πως ακούγομαι αλλά σου προτείνω να μιλήσεις τώρα. –

Πάγωσα.

– Πες μου. Έφυγε; –

Απάντησα θετικά με σκυφτό το κεφάλι χωρίς να αμφισβητήσω το πως θα μπορούσε να ξέρει για εκείνη.

– Πάντα φεύγει. –

Ο άνδρας σήκωσε τη κουκούλα του και ένιωσα να χάνω τις αισθήσεις μου αλλά έτρεξε και με έπιασε από τον ώμο, προλαβαίνοντας να πιάσει το βιβλίο πριν γλιστρήσει από τα χέρια μου. Τον κοίταξα στα μάτια και ήταν σαν να με αντικρίζω στον καθρέφτη.

– Όρθιος! Αρκετά έχεις πέσει για μία ζωή. Ήρθε η ώρα να σε διαβάσεις. –

“Ποιός είσαι;” Τον ρώτησα.

– Ο Μυθολόγος –