Το σπίτι έστεκε μόνο του δίπλα στην θάλασσα. Λίγα μέτρα αμμουδιάς το χώριζαν με το κύμα.
Η μπογιά στους τοίχους του έμοιαζε να θέλει να τους αποχωριστεί. Ο ξύλινος φράχτης του,
βαμμένος στο μπλε της θάλασσας που τρικυμιεί. Οι ρωγμές του, τα κύματα του. Πόσα ταξίδια
να έχει ζήσει άραγε αυτή η συστάδα από ξύλινα όρια; Τι να μπορεί να μαρτυρήσει;
Πόσο να έχει φθαρεί πραγματικά για να προστατέψει το σπίτι;

Άνοιξα την πόρτα και πέρασα στην αυλή του. Το πάφλασμα πίσω μου παντρευόταν τον ήχο
από αλυσίδες μπροστά μου. Έστρεψα το κεφάλι μου αναζητώντας την πηγή και παρατήρησα
μία κούνια να πηγαινοέρχεται νωχελικά αλλά με τριγμό αισθητό. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά
στις τσέπες του παλτού μου και την κοίταξα με περιέργεια και νοσταλγία. Δεν άκουγα το γέλιο
κάποιου παιδιού στον περίγυρο. Την άγγιξα και για λίγο σταμάτησε και ξαπόστασε πριν της
επιβάλει ο άνεμος τον στατικό χορό της. Μακάρι να χόρευα μαζί της σαν πιτσιρίκι.
Μακάρι να το είχα κάνει. Τώρα έμοιαζε αργά.

Μάζεψα τις σκέψεις μου, τις έβαλα ξανά στο συρτάρι και προχώρησα μέχρι την πόρτα.
Χτύπησα διακριτικά με το χέρι μου πάνω στο, φαγωμένο από την αλμύρα, ξύλινο κορμί της.
“Είναι κανείς εδώ;” ρώτησα με φωνή που έτρεμε. “Είναι κάποιος πραγματικά εδώ;”
Καμία απάντηση δεν ήρθε. Πήρα το θάρρος και έσπρωξα την πόρτα. Ο χώρος που
αποκαλύφθηκε μπροστά μου ήταν λιτός. Ένα κρεβάτι με στρωμένο ένα κουβερλί πάνω του,
μία σόμπα που έμοιαζε να έχει σβήσει εδώ και πολλά χρόνια και μία αυτοσχέδια κουζίνα.
Στην άκρη πεταμένα κούτσουρα μαζεμένα και δίπλα στην πόρτα ένα ταλαιπωρημένο
σύνθετο που πάνω του είχε περίτεχνες κορνίζες μικρές. Όλες γυρισμένες ανάποδα.
Σκέφτηκα πως είναι ερειπωμένο αλλά το φως από τα παράθυρα διηγούταν μία άλλη ιστορία
καθώς έλουζε τα έπιπλα. Ερείπιο δίχως σκόνη δεν γίνεται. Άκουσα την πόρτα του φράχτη να
ανοίγει και ένιωσα μία παρουσία πίσω μου.

Γύρισα ξαφνιασμένος και αντίκρισα έναν γέρο με μακριά λευκά μαλλιά και μούσια να
στέκεται αποσβολωμένος. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα και έμοιαζε να τα φοράει από το
καλοκαίρι. Δεν έδειχνε να κρυώνει παρά την αδύνατη παρουσία του αλλά η στάση του
σώματος του μου έλεγε πως με φοβάται. Άρχισα να εκφέρω μία συγνώμη όταν με πρόλαβε ο
λόγος του. “Τι θες εδώ; Σου είπα να φύγεις. Φύγε. Εξαφανίσου.” Σάστισα. Προσπάθησα να
του πω πως δεν τον ξέρω αλλά εκείνος έγινε ακόμα πιο απότομος. “Φύγε σου λέω. Ζήσε. Τι
κάνεις εδώ; Ζήσε.” Αποφάσισα πως πρέπει να φύγω γρήγορα. Σκεφτόμουν πόσο ενόχλησα
τον δύσμοιρο άνθρωπο αυτό. Καθώς πλησίασα τον φράχτη αλλά και εκείνον, με κοίταξε με
ένα βλέμμα που το ένιωσα δικό μου. “Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη” μου είπε και με έσπρωξε
απότομα έξω από το σπίτι. Σκόνταψα και έπεσα στην άμμο.

“Δεν καταλαβαίνω” φώναξα. Γύρισα για να του ζητήσω τον λόγο αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί.
Αντί για σπίτι στεκότανε ένα σκιάχτρο. Δεν έβγαζε νόημα. Σκέφτηκα πως ήταν απλά ένας
εφιάλτης και έστρεψα το βλέμμα μου στην θάλασσα. Άρχισα να δακρύζω αλλά δεν
αντιλαμβανόμουν το γιατί. Η αμμουδιά άρχισε να στιγματίζεται με υγρές κηλίδες. Πρώτα
εκεί που στεκόμουν και μετά γύρω μου. Παντού. Μου ζήταγα να ξυπνήσω για να καταλάβω
αλλά δεν είχε τελειώσει τίποτα.

Η θάλασσα φούσκωνε και αναδιπλωνόταν. Άφριζε και ωρυόταν. Μέσα στον χαλασμό
άκουσα την φωνή ένα παιδιού να μου λέει “ακόμα φοβάσαι;” Ένα υδάτινο τοίχος υψώθηκε
και κάλυψε τον ήλιο. Γονάτισα σχεδόν παραδομένος. Έπεσε πάνω μου με όλη την ορμή και
χάθηκα μέσα του. Δεν ήξερα που είναι το πάνω και το κάτω. Που είναι η ανάσα και που ο
θάνατος. Έχασα τις αισθήσεις μου. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως τα μάτια μου, ακόμα και
μες στην θάλασσα, δάκρυζαν ασταμάτητα και την βοή που έσβηνε όποιον ήχο.

Ένιωσα το πρόσωπο μου να καίγεται και πετάχτηκα από έναν βαθύ λήθαργο. Ξύπνησα σε
μια έρημο. Γύρω μου δεν υπήρχε θάλασσα ή άνθρωπος. Ακόμα σοκαρισμένος αλλά
αντανακλαστικά, πέταξα το παλτό μου, Γύρισα το βλέμμα μου στον ουρανό και παρακάλεσα
να με βοηθήσει. Ότι έχω χαθεί. Ότι δεν μπορώ να καταλάβω. Φώναζα στον εαυτό μου να
ξυπνήσει. Πως δεν βγάζει τίποτα νόημα. Πως δεν ξέρω τι να κάνω. Πως είμαι μόνος μου.
Παραπατούσα σαν μεθυσμένος και σκόνταφτα συνέχεια. Έσφιγγε η καρδιά μου και ένιωθα
πως θα σπάσει από την αγωνία και την στεναχώρια. Ένιωθα αφημένος στην μοίρα μου.
Άρχισα να σκέφτομαι πως μακάρι να μην είχα μπει ποτέ σε αυτό το σπίτι. Πως με καταδίκασα.
Ξαναέστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό με απόγνωση. “Γιατί με άφησες; Τι να κάνω εδώ;”
Η φωνή του παιδιού επανήλθε.

 

“Γίνε όαση”

 

Και τότε δάκρυσα μέχρι να ανθίσει η έρημος.