Η πρωινή πάχνη μαζευόταν στις καμπύλες της πέτρας με ευλάβεια. Ολοκλήρωνε μία σταγόνα και μετά την άφηνε να ποτίσει το χώμα από κάτω της. Και εκείνο, διψασμένο, νοτισμένο και ταπεινό λάμβανε την ουσία της με ελπίδα ανθοφορίας. Δίχως παράπονο. Δίχως αντίδραση. Χωρίς δισταγμό.

Το βλέμμα μου είχε επικεντρωθεί στον ορίζοντα. Απέναντι μου το όρος έστεκε σαν μία σταθερά στην πλάση. Αγέρωχο, αμετακίνητο, σχεδόν ιδεατό. Σαν την πίστη του Πέτρου προς τον Κύριο. “Και όμως, ένας κόκκος άμμου της πίστης του Πέτρου θα μετακινούσε ακόμα και αυτό” αναλογίστηκα. Αλλά ποιος από όσους ζήτησαν να θρέψουν την ψυχή τους με το νέκταρ της αγάπης, θα ξόδευαν την πίστη τους για να αλλάξουν το τέλειο της δημιουργίας; Πόσο ανούσιο θα ήταν αυτό;

Το βράδυ έβλεπα φωτάκια να ανεβαίνουν το όρος. Η θέα τους πάντα με γαλήνευε. Ήταν οι προσκυνητές του ναού. Για εμένα ήταν επισκέψεις. Ανάμεσα σε εμένα και αυτούς ο Θεός είχε στρώσει το πιο όμορφο χαλί από δέντρα. Οι κορφές τους ήταν μια απροσπέλαστη θάλασσα από φύλλα και κλαδιά που μου απαιτούσαν να πάω πιο βαθιά από αυτές. Σαν να μου ζητούσαν να ταπεινωθώ.

Γύρω μου τα πέτρινα τείχη του σπηλαίου σχημάτιζαν μία αψίδα και με σκέπαζαν. Ήμουν ένας παρατηρητής και ο ορίζοντας το παράθυρο μου. Τα πρωινά, πήγαινα, καθόμουν και άφηνα τον ήλιο να με λούσει. Η θέρμη του με γέμιζε από ελπίδα. Έκλεινα τα μάτια μου και αφουγκραζόμουν τον υμνωδικό ήχο της φύσης. Πίσω μου το ανεπαίσθητο, υγρό βουητό του σπηλαίου μου να αφήνει τις στάλες του να παίζουν το πιο αρμονικό αρπέτζιο. Σε χρόνο άχρονο μα πάντα σωστό. Μπροστά μου, η ευαίσθητη φλογέρα του ανέμου σαν να έδινε το έναυσμα στα ζωντανά του δάσους να ψάλουν την κάθε τους κίνηση και το θρόισμα των φύλλων, με συνέπαιρνε με την ίδια αμέλεια ενός ψαρά σε γυάλινα νερά.

Εκεί αφηνόμουν και ο χρόνος γλίστραγε από πάνω μου χωρίς να τον νιώσω. Εκεί έσβηναν οι σκέψεις και εκεί φώτιζε ο νους μου σαν φάρος σε απόκρημνες ξέρες που πλοίο δεν πλησίαζε. Μοναχός δεν ήμουν. Μήδε ασκητής. Δεν κράταγα κομποσκοίνι και προσευχές δεν ήξερα. Άνοιγα το στόμα μου και ότι μου έλεγε η καρδιά, το έλεγα στον Θεό. Και εκείνος άκουγε. Δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος που άνθρωπο δεν άκουγε και σε άνθρωπο δεν μίλαγε.

Έπεφτε ο ήλιος και ρόδιζε το βαθύ μπλε του ουρανού μέχρι να σκοτεινιάσει. Άναψα τον φανό μου και σιγά, σιγά μετακινήθηκα λίγο πιο βαθιά στο σπήλαιο. Ακούμπησα το κεφάλι μου και έγειρα να κοιμηθώ παρατηρώντας τον χορό που έκανε το φως μέσα στην πετρόκτιστη φωλιά μου. Άξαφνα άκουσα αλαφιασμένο βάδισμα και κουρασμένη ανάσα να μάχεται με την αγωνία. Σήκωσα το κεφάλι μου και αντίκρισα ένα κοριτσάκι να με κοιτάει έτοιμο να κλάψει. “Βοήθεια” μου φώναξε και σωριάστηκε χάμω. Έτρεξα γρήγορα να την συνεφέρω. Της έδωσα νερό και μέλι και της προσέφερα την μόνη μου κουβέρτα. Ένα παλιό πανωφόρι. Την ρώτησα τι συνέβη και τι κάνει εδώ. Δεν είναι εύκολο να ανέβει κάποιος εδώ. Πόσο μάλλον ένα παιδί και μέσα στην νύχτα. Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο και μου είπε τρομαγμένη πως εκείνος έρχεται για εμένα και για εκείνην. Πως είναι αργά. Ένιωσα μία έντονη δυσφορία. “Μην τον αφήσεις να σε πείσει” με παρακάλεσε. Η δυσφορία έγινε πόνος στο στήθος. Παρέλυσα και κατέρρευσα. Λίγο πριν σβήσουν τα μάτια μου, είδα το κοριτσάκι να τρέχει έξω από το σπήλαιο.

Δεν πρέπει να πέρασαν δύο ώρες και ανέκτησα τις αισθήσεις μου. Δίπλα μου καθόταν ένας άνδρας στην ηλικία μου. “Καλησπέρα” μου είπε με φωνή ήρεμη. “Θα αναρωτιέσαι ποιος είμαι αλλά η αλήθεια είναι πως ούτε εσύ δεν ξέρεις ποιος είσαι. Οπότε, για εσένα, ας είμαι ο Κανένας.” Του απάντησα πως δεν είμαι Κύκλωπας και δεν σκοπεύω να τον φάω, χαριτολογώντας. Εκείνος όμως δεν αντέδρασε καθόλου. Με κοίταξε στωικά και μου είπε πως μπορεί να μην είμαι μονόφθαλμος αλλά είμαι τυφλός.

“Σου αρέσει εδώ; Πρέπει να νιώθεις μία ασφάλεια για να είσαι εδώ. Άλλον λόγο δεν βρίσκω.” Έκανα πως δεν καταλάβαινα αλλά είχε δίκιο. Όλα ήταν πιο απλά μες στην απομόνωση, Πιο σίγουρα. Πιο ελεγχόμενα. Του είπα ότι μου αρέσει γιατί είμαι κοντά στην φύση. Γέλασε, μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε στα μάτια. “Αύριο θα πάω και θα βάλω φωτιά στο χωριό απέναντι” Κοκάλωσα. Ο πόνος με διαπέρασε εκ νέου στο στήθος και λιποθύμησα.

Ήταν πρωί όταν συνήλθα. Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τα μάτια του να με κοιτάζουν με σαρκαστική απάθεια. Το χαιρόταν όταν μου το είπε. Ένιωθα πως άνθρωποι θα πάθουν κακό και θυμήθηκα το κοριτσάκι που μου είπε να μην τον πιστέψω. Δεν ήξερα τι να κάνω. Η σκέψη μου οργίαζε και με είχε κυριεύσει ο φόβος. Δεν άκουγα την φύση πια. Δεν έφτανε η θέρμη του ηλίου. Και τότε, είδα καπνό να βγαίνει. Τα παράτησα όλα και άρχισα να κατεβαίνω από την φωλιά μου και να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ προς στο χωριό. Το τι θα έκανα εκεί δεν ήξερα αλλά ότι μπορούσα να κάνω για να βοηθήσω θα το έκανα.

Όταν έφτασα, είδα μαζεμένο κόσμο να καίει ξερόχορτα. Ζιζάνια. Πάγωσα και ένιωσα την συνειδητοποίηση του τι συνέβη να πέφτει σαν πέτρα μέσα μου. “Δεν έπρεπε να φύγω” είπα και έπιασα με τα χέρια μου το πρόσωπο μου. “Είσαι σίγουρος;” μου φώναξε ο άνδρας από την χθεσινή μέρα. Έστεκε δίπλα μου όση ώρα πάλευα να δεχτώ την πλάνη μου αλλά δεν τον είχα αντιληφθεί. “Πες μου” μου αποκρίθηκε. “Θα μπορούσες να ζητήσεις από τον Θεό να σταματήσει την φωτιά αλλά κατέβηκες εσύ κάτω. Γιατί;” Δεν του έδωσα απάντηση αλλά ήξερα. Έπιασα μία στοίβα από ξερόχορτα και τα πέταξα στην φωτιά.

“Η βοήθεια μπορεί να σε πλανεύσει αλλά μην την στερήσεις πότε.” μου είπε ο άνδρας. “Ο φόβος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να σε πλανεύει. Για αυτό να ακούς μέσα σου τι είναι αυτό που πραγματικά σε ορίζει σαν άνθρωπο. Αν είναι η βοήθεια, ας είναι η βοήθεια. Και αυτό φύση είναι.” Του έκανα ένα νεύμα πως έχει δίκιο και συνέχισα να καίω τα ζιζάνια. Δεν θα ανέβαινα ξανά ποτέ στο σπήλαιο.