Τα γυμνά μου πόδια πάταγαν το νοτισμένο, από τη βροχή, χώμα με επιφύλαξη. Όταν κάτι ποτίζεται, ποτέ δεν ξέρεις τι θα ανθήσει αλλά και ούτε το τι θα αποκαλυφθεί ότι κρύβει μέσα του. Είχα πάντα την φοβία ότι κάτι θα πεταχτεί από κάτω μου. Κάτι το απρόβλεπτο. Κάτι το ξένο. Και έτσι το βήμα μου ήταν αργό και προσεκτικό. Το βλέμμα μου, μια σε έψαχνε και μία κοίταγε χάμω. Μπερδεμένες σκέψεις και συναισθήματα. Μπερδεμένες κινήσεις.

Έφτασα στο ξέφωτο που είχαμε πει πως θα ιδωθούμε. Άρχισα να νιώθω ασφάλεια και πάλι αλλά ίσως να ήταν η συνήθεια που είχε αναλάβει να ναρκώσει τον φόβο μου. Εδώ και τρεις δεκαετίες, πάντα έρχομαι εδώ. Αφήνω πίσω μου το ταξίδι και απολαμβάνω για λίγο την ελπίδα του προορισμού μου. Αυτόν τον λυτρωτικό νόστο. Το περίεργο συναίσθημα της πλήρωσης με κάτι που πιστεύεις ότι θα έρθει και ας μην έχει έρθει ακόμα. Πηγαίνω και κάθομαι κάτω από τη γέρικη φλαμουριά που με σκεπάζει, σχεδόν μητρικά, με το ασημοπράσινο φύλλωμα της και το ανεπαίσθητο, αλλά μεθυστικό, άρωμα της. Μερικές φορές την ακούω να μου λέει “Κράτα γιε μου. Θα έρθει.” Αλλά δεν έρχεσαι ποτέ.

Θα μου ήταν εύκολο να τα παρατήσω όλα. Να ξεχάσω τα λόγια σου που χαράχτηκαν μέσα μου. Πολύ πριν γεννηθώ. Μου ζήτησες να σε περιμένω. Εδώ. Δεν ήξερα καν ποια είσαι αλλά  αυτή την φορά ένιωθα μέσα μου πως θα με συναντήσεις. Ήμουν προετοιμασμένος. Στο φλασκί μου είχα ρουμπινένιο κρασί γλυκό. Αναλογιζόμουν ότι τα χείλη σου θα είναι διψασμένα όσο τα δικά μου. Αναλογιζόμουν πολλά. Ενθουσιασμός και αγωνία άρχισαν να παλεύουν μέσα μου. “Απόψε θα έρθει!” έλεγα συνέχεια μέσα μου. “Απόψε θα την δω!”

Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά και άδοξα. Άρχισε σιγά, σιγά να βυθίζεται μέσα μου η ιδέα πως δεν θα έρθεις. Και αν όχι σήμερα, ποτέ. Πήρα τον φανό μου και προχώρησα μακριά από το φυλλωτό μου καταφήγιο. Κοίταξα από το ξέφωτο τον ουράνιο χάρτη που έλαμπε καθάριος και διαυγής και άφησα τον εαυτό μου να χαθεί για λίγο. Σαν να γλίστρησε η συνείδηση μου σε μία μουσική αρμονία πρωτόγευστη στη καρδιά μου. Την άκουγα να με παρακαλάει να μην τα παρατήσω. Άρχισαν οι χτύποι μου να γίνονται πιο έντονοι και μάλλον τους άκουσε ο εγωισμός μου. ‘Είσαι ανόητος. Έχεις χάσει τη ζωή σου πιστεύοντας στη δική της.” Κάτι ράγισε στο στήθος μου από την αντίθεση. Δεν άντεξα και τα μάτια μου άρχισαν να ξεπλένουν τον πόνο με τον μόνο τρόπο που ήξεραν. Έσταξαν λίγη από τη ζωή μου στο ήδη βρεγμένο χώμα και απο την αδυναμία γονάτισα. Βουβός.

Αύριο, πάλι, θα ήταν ακόμα μία νύχτα του Μάη που θα με βρει μόνο και αντικείμενο χλεύης. Μετά από έναν χρόνο αναμονής. Τα βλέμματα των γνωστών μου πάντα απομακρύνονταν από το δικό μου όταν μίλαγα για εσένα. Ένιωθα πως ντρεπόντουσαν για εμένα αλλά κυρίως πως ντρεπόντουσαν που δεν μπορούσαν να πιστέψουν σαν εμένα. Ένας βαρύς Χειμώνας είχε πέσει στην αγάπη τους και έκαιγαν ότι μπορούσαν για να νιώσουν καλύτερα. Η πίστη μου ήταν εύκολος στόχος. Τουλάχιστον είχα τους φίλους εκείνους που πάντα με στήριζαν. Εκείνους που το αδύναμο τους φαινόταν οικείο και το πραγματικά άξιο, ειλικρινά υπαρκτό. Όμως τώρα δεν ήταν οι τρίτοι που με πλήγωναν. Ήμουν εγώ.

Σηκώθηκα παραδομένος. Ηττημένος. Έχοντας αποδεχτεί την ανυπαρξία σου. Πήρα το φλασκί και άρχισα να πίνω. Ξεκίνησε να βρέχει αλλά δεν με ένοιαζε. Θα γυρνούσα πίσω και θα τα έσβηνα όλα. Αυτό είχε σημασία μόνο. Έγινα αδιάφορος, άφοβος, οργισμένος με τον εαυτό μου. Προχώραγα βιαστικά και ατσούμπαλα. Σαν πληγωμένο θηρίο που ικέτευε να τελειώσει η διαδρομή του. Τα πόδια μου βαριά, βυθιζόντουσαν στο χώμα. Και τότε συνέβη. Κάτι με άρπαξε. Κάτι απρόσμενο. Κάτι ξένο. Δεν ήταν χέρι. Δεν ήταν τα δόντια κάποιου αρπακτικού. Ήταν κάποιες ρίζες, κάποιου δέντρου. Κρυμμένες καλά. Τόσο ακίνδυνες μα τώρα θα με τσάκιζαν.

Έφυγα με ορμή μπροστά και παραπατώντας μες στις πέτρες και την λάσπη έπεσα σε μία πλαγιά. Το σώμα μου αφέθηκε να κατρακυλάει στην τραχιά γη και κατέληξε πολλά μέτρα πιο κάτω και χαρακωμένο από τις πέτρες, τα κλαδιά και του θάμνους. Η βροχή δυνάμωσε. Το αίμα μου έβαφε τη γη από κάτω μου αλλά ήμουν τόσο μουδιασμένος μέσα μου που απλά αφέθηκα. Η βροχή θα με ξέπλενε ή θα με έπνιγε. Αρνήθηκα να παραιτηθώ. Σήκωσα το κορμί μου με πολύ υπομονή. Ευτυχώς δεν είχαν σπάσει τα οστά μου. Μόνο το ηθικό μου. Ρακένδυτος, αιμόφυρτος και χαμένος προχώρησα μέχρι να βρω τον δρόμο μου. Σκέφτηκα να φωνάξω για βοήθεια αλλά παρέμεινα βουβός και σκυφτός.

Στο βάθος, η σκοτεινή σιλουέτα ενός ψηλού κυλινδρικού πύργου φωτιζόταν σποραδικά με τη βοήθεια των αστραπών. Δίχως φανό και σακάτης άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. “Όλο και κάποιος άνθρωπος θα είναι εκεί.” σκέφτηκα. Και να μην ήταν, κάποιο μέρος να κρυφτώ από το υδάτινο μένος που με μαστίγωνε θα έβρισκα.

Ο πύργος υψωνόταν σαν μια τεράστια πέτρινη φυλακή μπροστά μου. Δεν υπήρχε κανένα παράθυρο. Μόνο μια μικρή ξύλινη πόρτα στη βάση του. Άρχισα να την χτυπάω με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Από μέσα άκουγα αναστάτωση αλλά κανείς δεν μου άνοιγε. Δεν άκουγα φωνές αλλά γοργό περπάτημα. Δεν σταμάτησα να χτυπάω. Κάποιος θα με λυπόταν. Κάποιος μέσα θα ήταν άνθρωπος. Ένιωσα πως πέρασαν ώρες όταν επιτέλους η πόρτα άνοιξε δειλά. Δεν σήκωσα το κεφάλι μου. Σχεδόν ξεψυχισμένος και ξαπλωμένος ψέλλισα “βοήθεια” και τότε άκουσα για πρώτη φορά την φωνή σου.

“Τι είσαι; Τι θες; Τι κάνεις εδώ;”

Είχες μια παιδική αυστηρότητα και μία φοβία απαράμιλλη. Τόσο νέα μα ταλαιπωρημένη, τόσο αγνή μα γραπωμένη από ενοχές. Η φωνή σου αρκούσε να σε νιώσω. Η καρδιά μου σαν να επανεκίνησε. Το στήθος μου άρχισε να ψάχνει φως από τη ψυχή μου. Ο εγωισμός δεν είπε κουβέντα. Σήκωσα δειλά τα μάτια μου και σε αντίκρισα. Και χάθηκα στα μάτια σου. Το ένιωσες και πάγωσες για λίγο. Μετά τράβηξες το βλέμμα με ένα χαμόγελο να προσπαθεί να κρυφτεί. Αναλογίστηκα πόσο άσχημος θα πρέπει να δείχνω και ντράπηκα. Όμως μου έπιασες το χέρι και με βοήθησες να μπω μέσα.

Δίπλα στη πόρτα υπήρχε ένα τραπέζι με τρεις καρέκλες. Στα αριστερά ένας χώρος σαν μαγειρείο και δεξιά σκάλες που ανέβαιναν στους πάνω ορόφους. Τριγύρω μας, άνθρωποι πηγαινοέρχονταν απρόθυμοι να με βοηθήσουν και σε κοίταγαν είτε με επικριτικό βλέμμα, είτε με κτητικότητα. Με έβαλες να καθήσω στο τραπέζι και με ρώτησες με χαρά από που ήρθα και ποιος είμαι. Σου εξήγησα πως είμαι ένας απλός καλλιτέχνης και το όνομα του χωριού μου. Τα μάτια σου έλαμψαν! “Τραγουδάς; Ζωγραφίζεις; Γράφεις; Είσαι ηθοποιός;” Σου απάντησα πως ότι νιώθω το αποτυπώνω με όποιον τρόπο. Με άκουγες νοσταλγικά και κατάλαβα πως και εσύ αναζητούσες την έκφραση. “Εγώ δεν είμαι καλή σε κάτι από αυτά. Και σε τίποτα ιδιαίτερο θα έλεγα. Έχω πολλά προβλήματα.”

Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που άκουγα. Σε είχα επιτέλους απέναντι μου αλλά κάποιος σου είχε πάρει την αλήθεια από μέσα σου. “ Σίγουρα δεν θα με θυμάται” είπα μέσα μου. Έκανες να μου πεις για το πόσο σου αρέσουν οι Τέχνες αλλά άρχισαν να αντιδρούν οι άνθρωποι γύρω μας. Το πως σε αντικρίζανε τα έδειχνε όλα. Όλοι τους σε θέλανε να είσαι ο ρόλος που σου είχαν δώσει. Κανείς δεν σε ήθελε ελεύθερη. Ξαφνικά, έγινε κατανοητό γιατί ο πύργος δεν είχε παράθυρα. Καθώς μίλαγες, ξεδιψούσα την καρδιά μου στα λόγια σου. Δεν ήξερα το πως και το γιατί. Πλημμύρισα από αγάπη. Ανεξέλεγκτα. Σου χαμογέλασα και σε παρακάλεσα να έρθεις μαζί μου.

Ξαφνιασμένη, κολακευμένη μα και φοβισμένη, μου έδωσες να πιω λίγο νερό, μου έδωσες να φάω λίγο ψωμί, μου έδωσες γάζες να τυλίξω τις πληγές μου και με παρακάλεσες να φύγω. Τα μάτια σου δεν μπορούσαν να μου κρυφτούν. Τα ένιωθα να μου ζητάνε να μείνω αλλά ήξερα πως δεν ένιωθες ελεύθερη να ζήσεις ακόμα. Άρχισαν να ακούγονται φωνές σε όλο τον πύργο και να σου ζητάνε να πας κοντά τους. Σου φωνάζανε πως πρέπει να κάνεις αυτό που είναι η ευθύνη σου. Και η ευθύνη σου ήταν πάντα προς αυτούς και ποτέ προς τα εσένα. Σε κοίταξα στα πράσινα μάτια σου καθώς υποχωρούσαν στο γκρίζο που σε δένανε και σε παρακάλεσα να έρθεις. “Εδώ είναι η ζωή μου” μου είπες και έκλεισες την πόρτα σου μπροστά μου. Σε άκουσα να κλαις και έχασα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Πήρα βαθιά ανάσα και υποσχέθηκα να γυρίσω.

Πέρασαν δύο χρόνια από τότε. Αυτή τη φορά, έρχομαι δίχως πληγές και φόβο. Δίχως αδυναμία να με τραβάει κάτω και να με διαλύει. Τα άστρα μου φωτίζουν τον δρόμο. Η καρδιά μου ελεύθερη ζητάει ολοκλήρωση με την ελευθερία σου. Πριν χτυπήσω έχεις ήδη ανοίξει την πόρτα. Σαν να με περίμενες. Σου χαμογελάω και κάθομαι μπροστά στην ανοιγμένη πόρτα για να μην κλείσει ποτέ ξανά.Σου απλώνω το χέρι αλλά παραμένεις διστακτική. Κοιτάς πίσω από την πλάτη μου στον μακρινό ορίζοντα και κάτι σου τραβάει την προσοχή.

“Αυτό το δέντρο, εκεί που υψώνεται πάνω από τα άλλα, φλαμουριά είναι;”

Σε κοιτάζω με αειφώτιστη αγάπη και δακρύζω.