Η ψυχή ηρεμεί εκεί που νιώθει πως είναι το σπίτι της.

Το κορμί ζητάει εκεί που νιώθει ότι θα το φροντίσουν.

Η μνήμη ταξιδεύει εκεί που θέλει να συνεχίσει.

Το πνεύμα εμπνέεται εκεί που βρίσκει φως.

Ο λόγος αλλάζει εκεί που ξέρει ότι ακούγεται.

Η καρδιά λάμπει από χαρά εκεί που αγαπάει.

Οι σκέψεις κοιμίζονται με την φωνή αυτού που μιλάει στον νου.

Τα μάτια χαμογελάνε όταν κοιτάζουν στην ψυχή πρώτα.

Οι ανάσες πλέκονται όταν αναζητούν να γίνουν μία.

Η αγκαλιά τρέχει σε αυτόν που ξέρει ότι θα της δώσει την δική του.

Η δημιουργία εκφράζεται σε αυτόν με τον οποίο θες να δημιουργήσεις.

Τα όνειρα μοιράζονται με αυτόν που ξέρεις ότι μπορεί να τα κάνει οράματα.

Ο πόνος δίδεται σε εκείνον που ξέρεις ότι μπορεί να στον γιατρέψει.

Η σιωπή δίδεται σε αυτόν που ξέρεις ότι μιλάει μέσα σου.

Ακόμα και να τα βρούμε όλα αυτά, ακόμα και αν τα ζήσουμε και τα νιώσουμε, αν δεν αφεθούμε στην αλήθεια τους και την αγάπη τους… τότε ένα φύσημα του φόβου αρκεί να τα ρίξει.

Όχι επειδή δεν είναι αληθινά ή επειδή δεν μπορούμε εμείς. Απλά και μόνο γιατί πιστεύουμε σαν άνθρωποι πιο εύκολα στον θάνατο από την ζωή. Στην αμφιβολία από την πίστη. Όλοι μας.

Ότι και να κάνουμε όμως, όσο και να μας κρατάμε δεμένους, η ψυχή, η καρδιά, η μνήμη… ξέρει.

Ξέρει το πως μας θυσιάζουμε σε ότι μας θυσιάζει.
Και αγανακτεί.

Ξέρει το πως μας μειώνουμε σε ότι αποκαλύπτει την ομορφιά μας.
Και ντρέπεται.

Ξέρει πως και να αγανακτεί και να ντρέπεται είναι ανούσιο.
Και αντί να τρέξει να κρυφτεί, ζητάει να ζήσει.

Ότι και να ζητάει η ψυχή, να την ακούμε.
Όπου μας σπρώχνει ο φόβος και η συνήθεια, να πηγαίνουμε αντίθετα.