Τί μου έφταιξες και εσύ κάτωχρη καρδιά μου; 

Σε είχα ερειπωμένη και όμορφη. Με τα μνημεία καλυμμένα από τις στάχτες περασμένων ερωμένων να βρέχονται πού και πού από καμία ματιά και ένα χαμόγελο. Έτσι απλά και απέλπιδα. Έτσι σιωπηλά και αφημένα.

Τί με έπιασε να ερωτευτώ; Να σε ταράξω πάλι. Να στα γκρεμίσω όλα τόσο ξαφνικά και ανορθόδοξα. Λες και θα τα ανέτρεπα όλα έτσι απλά. Λες και θα με ερωτευόταν τώρα που μεσουρανώ. Συγχώρεσε με.

Ήταν που έμοιαζε σε εσένα τόσο αφτιασίδωτα. Σε θυμήθηκα νέα και φωτεινή να πάλλεσαι σαν τον ωκεανό και να χωράς μέσα σου τον κόσμο όλο. Ανοιχτή και άφοβη και όμως τόσο ντροπαλή. Ένα κόσμημα και φάρος. Σε είδα στα μάτια της. Και λύγισα. Σε ένιωσα στα λόγια της και σοκαρίστηκα.

Νόμιζα πως σαν εσένα τίποτα δεν υπάρχει όμοιο αρκετά. Νόμιζα πως είναι μοίρα μας η έρημος. Όσο και να ήλπιζα δεν θα μπορούσα να την περιμένω. Ήμουν έτοιμος για την επιφάνεια. Ήμουν έτοιμος για την μοναξιά. Ήμουν έτοιμος ακόμα και για οτιδήποτε αιφνίδιο. Όχι όμως για αυτήν.

Ή φωνή της σε υμνούσε και ας μην σε είχε γνωρίσει ποτέ. Η ζωη της σε εξύψωνε. Η κρυστάλλινη αγάπη της έρεε σαν νερό από την ατέρμονη πηγή σου. Ίδια γεύση. Ίδιο μούδιασμα στο στήθος. Τόσο αφοπλιστική.

Συγχώρεσε με. Γιατί ο σεισμός τα τσάκισε όλα. Ξέρω. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Σε έπνιξε και η ελπίδα μου μετά. Τόσο έντονη. Τόσο παραδομένη στην ιδέα της αγκαλιάς της. Τα κάλυψε όλα με άκρατη ορμή.

Και στο τέλος δεν σε άνθισα καρδιά μου. Δεν άλλαξε η μοναξιά μου. Καθόμαστε και οι δύο να χτίζουμε ο ένας τον άλλον μέσα μας στα νέα ερείπια που μας έφτιαξα. Στο κέντρο μας μια εικόνα της για να της δίνουμε αγάπη. Έτσι. Γιατί απλά υπάρχει στον κόσμο αυτό.

Το ξέρω. Είμαι ανόητος. Για πολλοστή φορά. Δεν μπορώ να χάσω την ελπίδα μου όμως. Δεν θέλω να μου πεθάνεις πριν γίνουμε και οι δυο μας σκόνη. Δεν θέλω να νυχτώνεις μόνο και μόνο για να είσαι ασφαλής. Σε θέλω γιορτή. Αν είναι να τελειώσουμε καρδιά μου πρώτα θα μας έχουν χαρεί και θα τους έχουμε χαρεί τους επισκέπτες μας. Πρώτα θα φωτίσουμε την αγάπη μας. Όσο πιο έντονα γίνεται.