Δύο ρυτιδιασμένες φωλιές να κοιμίζουν το έρεβος.
Αυτή είναι η ματιά του.

Ο γέρος τώρα τελευταία δεν ερχόταν να με δει.
Προτιμούσε να μένει εκεί που τον βόλευε.
Μαζί με τα τριξίματα στις ψυχές των άλλων.
Στα παράλια των φονευμένων ελπίδων.

«Τι κοιτάς;» με ρώτησε.
«Σαν αποχαυνωμένο σκυλί στα φώτα αυτοκινήτου είσαι.»
Ξεχάστηκα. Άνοιξα παράθυρο.
Με ένιωσε το λαγωνικό του.
Ο πόνος.

«Ήρθα να σου κάνω παρέα. Να θυμηθούμε τα παλιά… »
«Είχες θυμάμαι παγωμένα μάτια καθώς έβλεπες το σώμα σου να παραλύει.
Πνοή βαριά όταν κατέρρεες. Και μετά, κοιτώντας σε από ψηλά τι να ένιωθες;»

– Γαλήνη. Όλα ήταν καθαρά.

«Όταν έσπαγαν οι φλέβες σου από τον ορό και έγκαυμα έμοιαζε το βίωμα του, πώς να ήταν;
Μικρό παιδί…»

– Ένα μαρτύριο που άντεξα. Μία ασπίδα για αργότερα.

«Και πώς να έμοιαζε το παγωμένο σου κενό καθώς ξυράφι χάιδευε το χέρι σου και τέλμα την ελπίδα σου;»

– Πόσο οξυμένη να ήταν η αίσθηση της ζωής όταν το επιβίωσα και αυτό;

«Σαν να σε βλέπω μπροστά μου με λευκά μάτια, ανύπαρκτο χτύπο και ξυρισμένο κεφάλι στο κρεββάτι εκείνης της κλινικής.
Κάπου στην γωνία τα ερείπια της ζωής σου. Ακίνητος, ήσυχος και μέσα κραυγές.»

– Κάποτε με σκότωσα, με απόλεσα, αλλά η στιγμή αυτή έσβησε και ας κράτησε χρόνια.

«Και όταν σαστισμένος με απογοήτευση και μεθυσμένος με αποτυχία γονάτιζες να βρεις τα κομμάτια σου;
Όταν θρύψαλα η καρδιά σου γινόταν και μάτωνες πάνω τους;»

– Την χτίζω καιρό, όμορφη να είναι.
– Ήρθες να μοιραστούμε τις ήττες σου απόψε;

«Ήρθα γιατί πονάς. Όπως παλιά. Μου είχε λείψει η γεύση της αγανάκτησης που κρύβει η σιγή σου.»

Τον κοίταξα με το βλέμμα γονιού σε κακομαθημένο παιδί. Με επικριτική συμπάθεια.

-Τι θες;

«Έφερα ένα παιχνίδι μαζί μου. Θα σου αρέσει.»

Ο γέρος χτύπησε τα χέρια του και το λαγωνικό του εμφανίστηκε. Ήταν δεμένο με μια καρότσα. Πάνω της, σε μία γυάλα, η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει. Μαλλιά σαν ατίθασοι καταρράκτες, μάτια που θα ήθελες να ταξιδεύεις μέσα τους μέχρι να νυχτώσουν και χείλη που έμοιαζαν ρόδα στο χιόνι. Το κορμί της έμοιαζε να ασφυκτιεί στα υπερστολισμένα πανωφόρια της. Στημένη, με μειδίαμα αντί χαμόγελου κοίταζε μοιραία, αιώνια, σαν κάδρο που περίμενε ζωγράφο.

«Την ξέρεις;» με ρώτησε χαιρέκακα.
«Δικιά μου είναι! Μόνο δικιά μου…»

Το πρόσωπο του γέρου Θανάτου έλαμψε.

«Το μόνο που έχω να κάνω είναι να πηγαίνω να την κοιτώ από το τζάμι και εκείνη, παιχνίδι να χαζεύω, ποτέ από τη γυάλα της δεν θα βγει!»

Σκυλί σαστισμένο στα φώτα αυτοκινήτου. Πράγματι.
Πως η καρδιά μου έσφιξε με αγανάκτηση καθώς έβλεπα τον έρωτα μου στην γυάλα του Θανάτου.
Έκθεμα. Ψευδασφαλισμένο με διάφορα τεχνάσματα που μοιάζουν αληθινά στις ανύπαρκτες πληγές της.

Ο γέρος με κοίταξε με χαρά νικητή που κράτησε λίγα λεπτά.
Μετά έπιασα μια πέτρα.

«Δεν θέλει να βγει από εκεί ανόητε.» είπε με αγονία ο Θάνατος καθώς με είδε να σέρνω την πέτρα στο γυαλί.
«Θα πεθάνει η γενναιότητα σου πριν ξυπνήσει η δική της.»

Και τότε ο Θάνατος έβγαλε το προσωπείο του και έμεινε ο Φόβος.
Για εμένα ο ίδιος γέρος είναι.

Τα φτερά της μέσα από το ψυχρό γυαλί, ολόλευκα, επιβλητικά, αχρησιμοποίητα, άκαμπτα.

«Δεν σε θέλει καν.» μου φώναξε ο γέρος.

Εγώ όμως πέταξα την πέτρα και ξεκίνησα να χτυπάω το γυαλί με την καρδιά μου.