Μυθολόγος

Ο Μυθολόγος με κοίταξε με το πιο οικείο χαμόγελο. Έμοιαζε με είδωλο που είχα καιρό να ανταμώσω στον καθρέφτη. Σταύρωσε τα χέρια του και ακούμπησε τη πλάτη του σε έναν γέρικο πλάτανο που έστεκε έξω από την είσοδο του ναού.
– Πώς νιώθεις;
Ομολογώ πως δεν ήμουν σίγουρος τι να απαντήσω. Η λογική μου φαινόταν σαστισμένη να αποκριθεί υπεύθυνα. Όλα έμοιαζαν με όνειρο γύρω μου. Ο ναός που δεν έπρεπε να υπάρχει, το βιβλίο στα χέρια μου και εκείνος που εμφανίστηκε από το πουθενά. “Καλά” του απάντησα διστακτικά.
– Ξέρεις τι κρατάς στα χέρια σου;
Κοίταξα το Μυθολόγιο και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, έσυρα το χέρι μου πάνω στη δερματόδετη επιφάνεια του. Ένιωσα παιδί που έπιανε το παραμύθι που του έλεγε η μητέρα του για πρώτη φορά. Θαυμασμός και περιέργεια διαπότισαν τη σκέψη μου και ένιωσα ξανά να ηλεκτρίζεται ευχάριστα η ράχη μου καθώς τα δάχτυλα μου ακουμπούσαν τη ράχη του βιβλίου. Εκείνος με περιεργαζόταν όσο εγώ έψαχνα να του δώσω απάντηση μέσω της αφής μου.
– Είναι η μνήμη αυτό που νιώθεις. Μνήμη από το παρελθόν και το μέλλον σου. Μνήμη από το παρελθόν και το μέλλον του κόσμου που ζεις αλλά και των κόσμων που δεν έχεις μάθει ακόμα.
– Άλλων κόσμων;
– Ναι. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό τώρα. Πες μου, τι πιστεύεις ότι είναι ένας μύθος;
– Ένα ψέμα. Ένα παραμύθι που μας λένε για να μας συνετίσουν οι γονείς μας. Μπορεί να είναι και μία ιστορία ίσως. Κάτι να κρατά απασχολημένο το μυαλό μας και να το αποχαυνώνει.
– Έχεις ακούσει πολλά ψέματα στη ζωή σου αλλά λίγους μύθους προφανώς. Ο μύθος είναι μία εξίσωση. Μία εξίσωση που αντηχεί στον χώρο και τον χρόνο και ξεκλειδώνει γνώση όταν αυτή είναι ωφέλιμη για αυτόν που τη διαβάζει.
– Δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει κάτι τέτοιο.
– Και όμως, γυρνάς από μύθο σε μύθο σε όλη σου τη ζωή. Εκείνη που περιμένεις στο ξέφωτο είναι ένας μύθος, το τι συνέβη μετά ένας άλλος και το ότι σου μιλάω είναι και αυτός ένας μύθος. Αν αναλογιστείς τι έχεις βιώσει θα βρεις μία αλήθεια πίσω από κάθε κομμάτι σου. Μια διδαχή να σε βοηθάει πίσω από κάθε πάθημα.
– Εσύ έγραψες αυτό το βιβλίο;
– Εγώ, εσύ, εκείνοι που είναι πρόθυμοι να ακούσουν τον μύθο της ψυχής τους.
– Εγώ πρώτη φορά το πιάνω στα χέρια μου.
– Θα δεις πως έχει εσένα μέσα και ας μην το έχεις θρέψει με μελάνι ακόμα. Σε ξέρει. Και τότε θα γράψεις και εσύ όπως όλοι μας. Κάθε μυθολόγος γράφει τον λόγο του μύθου της ψυχής του που φανερώνει το πέπλο του ψέματος και αποκαλύπτει την αλήθεια. Ένα βήμα την φορά. Θα καταλάβεις πόσο μαθηματική είναι η νόηση όταν αντιληφθείς πως το κάθε κείμενο ακουμπάει στη ζωή σου. Άλλωστε το νιώθεις ήδη. Η ανάγκη σου να βρεις αρμονία και ροή σε ότι και αν βιώνεις είναι το πιο εμφανές σημάδι μέσα σου ότι είσαι σαν και εμένα.
– Τι έχει μέσα το βιβλίο;
– Κείμενα, εικόνες, ιδέες, μουσική, αποφθέγματα, ανθρώπους, αλήθειες…
Τον κοίταξα χαμογελώντας και άρχισα να βγάζω τα λουριά που κράταγαν το βιβλίο δεμένο.
-…και φυσικά λύσεις.
Γέλασε διακριτικά και μετά σηκώθηκε και έπιασε τον φανό του.
– Τώρα ήρθε η ώρα να φύγω. Σου αφήνω το βιβλίο. Νομίζω θα καταλάβεις πολλά.
– Πως θα φύγω από εδώ; Δεν μπορείς να περιμένεις να σε ακολουθήσω;
Ξαφνικά το βλέμμα του σοβάρεψε και το ένιωσα να με καρφώνει σαν να ψάχνει να ταρακουνήσει τη ψυχή μου.
– Μην ακολουθείς ποτέ, κανέναν. Ποτέ και για κανένα λόγο. Να έχεις μόνο συνοδοιπόρους στη ζωή σου και να βρίσκετε το δρόμο μαζί.
– Μα ο δρόμος…
– Όλοι οι δρόμοι, όλες οι λύσεις και όλα τα κλειδιά είναι το βιβλίο. Θα δεις αρκεί να το διαβάσεις με τη καρδιά σου.
Άνοιξα το Μυθολόγιο και αντίκρισα το πρώτο κείμενο. Δεν ήταν εισαγωγικό και έμοιαζε με ποίημα. Ο τίτλος του ήταν “Ο Παρατηρητής”. Σήκωσα λίγο το βλέμμα μου να τον ρωτήσω τι να κάνω αλλά ο Μυθολόγος είχε εξαφανιστεί. Μέσα μου αντήχησε μία φωνή. “Πάντα φεύγει. Σειρά σου τώρα.”
Ξεκίνησα να διαβάζω το κείμενο.
“Ήμουν εκεί.”
Κλείσιμο