“Ήρθα σε επαγωγή!” Φώναξε ο κατάκοπος νέος που καθόταν μπροστά από τα ερείπια.
Έπιασε ένα μαχαίρι και έσκισε τις μαύρες σημαίες της θλίψης του με μανία. Διάλεξε ένα κομμάτι τους και πλησίασε τον θρόνο που καθόταν ο βασιλιάς του νου του. Τον κοίταξε με οργή και με μία απότομη κίνηση τον φίμωσε δένοντας το μαύρο ύφασμα σφιχτά. Εκείνος δεν αντέδρασε καθόλου. Έριξε το βλέμμα του και τα μαλλιά του έπεσαν μπροστά καλύπτοντας το πρόσωπο του. Τα χέρια και τα πόδια του ελεύθερα μα απίστευτα μουδιασμένα.

“Τα αποκάλυψα όλα εκτός από εσένα τελικά.”Του είπε και ακούμπησε το χέρι του στον σβέρκο του σαν το φίδι που εστίαζε στο θήραμα του. “Εσένα. Τον μεγαλύτερο ψεύτη από όλους.” Με δύναμη άρπαξε τον λαιμό του από πίσω ανασηκώνοντας τον από τον θρόνο και τον πέταξε στο χώμα. Ο βασιλιάς δεν είχε καμία αντίδραση. Τα μάτια του υγρά αλλά ούτε να δακρύσει δεν μπορούσε. Ο νέος με το μπλε παλτό έκανε ένα άλμα και βρέθηκε να πατάει το ένα πόδι του πάνω στο στήθος της αδρανής φιγούρας που κάποτε δέσποζε ως κάτι το άπιαστο. “Εσύ φταις για όλα. Εσύ και τα ιδανικά σου. Εσύ με τις ανόητες ιδέες σου για το ιδανικό και για το όμοιο. Κοίτα πίσω σου.” Ο βασιλιάς έκανε να κινήσει το κεφάλι του αλλά εμφανώς τραυματισμένος απλά παραδόθηκε. Πίσω του, τα ερείπια φλεγόντουσαν ακατάπαυστα και ο καπνός τους έκανε τον νυχτερινό ουρανό να κρύψει τα αστέρια του.

“Γιατί μας φώναξες;” Ακούστηκε μια σπασμένη βαθιά φωνή να ρωτάει τον νέο. Από τον καπνό και το σκοτάδι εμφανίστηκε ο γέρος και οι δαίμονες του. Τρικλίζοντας σε κάθε τους κίνηση πλησίασαν διστακτικά. “Σας φώναξα γιατί ήρθε η ώρα που τόσο περιμένατε.” Έπιασε τον βασιλιά από τον γιακά και τον σήκωσε τόσο όσο να σταθεί γονατιστός. “Αυτό δεν θέλατε; Για αυτό δεν παλεύετε τόσο καιρό;” Οι σκιερές φιγούρες έκαναν ένα βήμα μπροστά και μετά άρχισαν να γελάνε χλευαστικά.”Έπεσες! Έπεσες! Και έτσι όπως είσαι, έπεσες σαν σακί με πατάτες!” Το γέλιο τους έκανε τον νέο να ανατριχιάσει αλλά δεν σταμάτησε. Έβγαλε το πανωφόρι απο τον ηττημένο αντίπαλο του και πλησίασε τις φλόγες. Άπλωσε το χέρι του και το άφησε τόσο όσο να αρπάξει. Μετά το πέταξε στον βασιλιά κάνοντας τον να σηκώσει το βλέμμα του και να φανεί το πρόσωπο του.

Ο γέρος κοίταξε τον βασιλιά και μετά τον νέο και σάστισε. “Τι είναι αυτό; Τι πας να κάνεις;” Εκείνος κλώτσησε την πλάτη του βασιλιά με τέτοια δύναμη που πετάχτηκε πάνω στον γέρο και τους δαίμονες. Εκείνοι άρπαξαν φωτιά σχεδόν αμέσως. Τα ουρλιαχτά τους διαπέρασαν το βουβό της νύχτας σαν λεπίδα που διψούσε για σάρκα και απότομα έσβησαν.

Ο νέος κοίταξε τα καπνισμένα κουφάρια, Έτριψε νευρικά το κεφάλι του και κάθισε στον θρόνο. “Τι περίμενες ότι θα συνέβαινε; Έπρεπε να το είχες καταλάβει.” Είπε δακρυσμένος. 

Και τότε ο κόσμος πήρε φωτιά.