Είναι οι απουσίες σου κραδασμοί στο βουβό του απομεσήμερου.
Κραυγές σε ερειπωμένο χαμαιτυπείο αστέγων μνημών.
Πλέκω τα δάχτυλα μου και φτιάχνω έναν κόμπο σιωπής.
Περνάει απ’ την καρδιά και δένει στον λαιμό μου.
Μην και μιλήσω και ταράξω το φάλτσο της αποχής σου.
Μην και σε ζητήσω και τελειώσει ο κόσμος αυτός.

Χάρισέ μου μία σταγόνα δηλητήριο από τα μάτια σου
να φαρμακώσω την μοναξιά που με αγκαλιάζει.
Αργοβυθίζομαι στο μαγεμένο τίποτα της ύπαρξης σου.
Λαξεύω το μνήμα του έρωτα σου στην αίθουσα αναμονής του δικού μου.
Είμαι μαραμένο γιασεμί που ξέχασε να σταματήσει να ευωδιάζει.
Απότιστη έρημος που δοξολογεί την βροχή που της στέρησαν.

Σταυρώνω τα πόδια και την ζωή μου στις καρέκλες της ρουτίνας.
Συλλέγω όνειρα εικονικά που πετάνε οι περαστικοί στις οθόνες τους.
Τα θάβω στο σημείο που θα έπρεπε να ανθίζεις και τους τραγουδω
τον σιωπηρό ύμνο της θορυβώδης μου σιγής.
Μήπως και ριζώσει μέσα τους η μνήμη και γίνουν έμπνευση.
Μήπως και η έμπνευση γίνει ελπίδα και η ελπίδα, εσύ.

Είναι αργά για όλα.
Μα όλα θα έρθουν.
Όλα έχουν τελειώσει
Και τώρα ξεκινάνε.
Κάθε φορά.