“Είχες στα μάτια σου έναν ήλιο που τα δικά μου δεν άντεχαν. Κούρνιαζα τα βράδια στη σκιά που άφηνε η αγκαλιά σου πάνω μου και δρόσιζες τη ψυχή μου με τη θέρμη σου. Τι αναπάντεχος παράδεισος να υπάρχεις στη ζωή μου λατρεμένη μου. Η μυρωδιά από τα άνθη της φλαμουριάς στα μαλλιά σου. Το μέλι στον λόγο σου. Τα χείλη σου που ξεδιψούσαν την άνυδρη ζωή μου. Όλα πάνε.

Δεν αντέχω αυτό το κενό. Αυτό που άφησες μέσα μου και αυτό που σκάβω στη γη για να σε παραδώσω. Δεν μπορώ να το δεχτώ. Δεν θέλω να το δεχτώ και δεν θα το δεχτώ. Θα έρθω σε εσένα ξανά. Θα σου κρατήσω το χέρι σαν την πρώτη φορά. Θα δακρύσω φως. Δεν χρειάζομαι σώμα για να σε αγαπάω. Δεν χρειάζομαι άλλο εδώ.”

Αυτά είπα για την αγαπημένη μου Αθώρα, πριν καταρρεύσω μπροστά στον ανοιγμένο τάφο της και αδειάσω όλο μου τον πόνο στη γη. Βούλιαξα τα δάχτυλα μου στο χώμα σαν να ζητούσα να μπω μέσα του εγώ και όχι εκείνη. Δεν υπήρχε ψυχή να με κρατήσει. Φίλος. Συγγενής. Ιερέας. Ήμουν μόνος και ήμουν καταραμένος να είμαι μόνος.

Το χωριό έλεγε ιστορίες για τον Ισκιοφόρετο συνέχεια. Για το πως ερχόταν τα βράδια με κόκκινο φεγγάρι για τις ψυχές που γευόταν ως αθώες. Γλίστραγε μέσα στις σκιές και έμπαινε μες στη δική σου. Αν ένιωθε ότι έχεις καλό μέσα σου γινόσουν θύμα του. Στα αυτιά μου δεν ήταν παρά ιστορίες για να τρομάζουν τα παιδιά. Ανοησίες για τους ευκολόπιστους. Κάποιοι συγχωριανοί μας ιερείς, πριν 8 χρόνια, είχαν χαθεί και δεν επέστρεψαν και έκτοτε ο κόσμος μίλαγε συνέχεια για αυτό το τέρας. Σχεδόν με θαυμασμό. “Λύκοι” έλεγα πάντα από μέσα μου κάθε φορά που άκουγα την ιστορία. Μέχρι που η ζωή μου πνίγηκε στο σκοτάδι του.

Η καλή μου ερχόταν τους μήνες της Άνοιξης σε αυτό το δέντρο για να μαζέψει τους ανθούς του και να ξαποστάσει στη σκιά του. Κάτι την τράβαγε σε αυτό το μέρος. Κάθε φορά που γύρναγε με το καλάθι της γεμάτο, ένιωθα πως κάτι της είχε γεμίσει και τη καρδιά της. Αυτό το χαμόγελο που έκανε το πρόσωπο της να λάμπει σαν θερινός ήλιος μες στον ωκεανό από χειμωνιάτικα βλέμματα στο χωριό ήταν η κορύφωση της ύπαρξης μου.

Και τώρα είμαι εδώ. Να ρίχνω χώμα πάνω στο άψυχο κορμί της. Στον ίσκιο της φλαμουριάς που τόσο αγαπούσε. Το μόνο μέρος που ξέρω σίγουρα ότι θα κάνει τη ψυχή της να ηρεμήσει. Τα χέρια μου τρέμουν και τα μάτια μου έχουν στεγνώσει. Το σπαθί στο θηκάρι να μαρτυράει τις προθέσεις μου σε όποιον τόλμησε να με προκαλέσει για το τι συνέβη.

Υπάρχει ένα ποιηματάκι που λένε τα παιδιά στο χωριό:

Τρύγησε και γύρισε και ψάξε να κρυφτείς
γιατί δεν πονηρεύτηκες και πια δεν θα σωθείς.
Στη τρύπα την αχώνευτη, στο σπήλαιο το απόρθητο
τρέφεται με σάρκες κτήνος ισκιοφόρετο.”

Καμιά ιστορία δεν λέγεται τυχαία. Κανένα τραγούδι σαν και αυτό δεν δίδεται στα παιδιά χωρίς να αποσκοπεί κάπου. Ίσως είναι στη φύση μου να βλέπω το πονηρό πίσω από τις πράξεις, ίσως είναι και η αδυναμία μου. Πίστευα ότι απλά ήθελαν τα παιδιά φοβισμένα και πονηρεμένα σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Να μην εμπιστεύονται. Να μην είναι αγαθά ως προς τον κόσμο. Να σκέφτονται πως αν δεν φερθούν σκληρά, θα έρθει ο “Ισκιοφόρετος” για αυτά. Αναλογιζόμουν πως ήταν ένα πρακτικό ψέμα των γονιών προς στα παιδιά τους. Και όμως. Το κτήνος είναι αληθινό.

Η Αθώρα μου ήταν το πιο ευγενικό πλάσμα. Νοιαζόταν για όλους και προπάντων για τα παιδιά. Τα απογεύματα καθόταν στα σκαλοπάτια του καπηλειού μας και διάβαζε στα μικρά ιστορίες. Πολλές από αυτές τις έγραφε εκείνη. Χανόταν ώρες μες στη βιβλιοθήκη και δεν καταλάβαινα τι έβρισκε τόσο ενδιαφέρον ανάμεσα στα τόσα χαρτιά και τους πάπυρους. Δεν με ένοιαζε όμως. Ένα πλάσμα σαν και αυτήν ήταν με έναν ανόητο σαν εμένα.

Πρώην ευγενής που μετα κόπων και βασάνων κατάφερε να περισώσει τη τιμή του και το σπίτι του όταν απέτυχε σε κάθε του προσπάθεια να σταθεί αντάξιος των γονιών του. Δεν ήμουν άξιος της περιουσίας αυτής και των ευθυνών αυτών. Το μόνο που ήθελα ήταν να φτιάχνω τα όπλα μου ή να τα συλλέγω. Να τα πουλάω ή να τα χρησιμοποιώ. Δεν κατάλαβα τι βρήκε σε εμένα αλλά δεν μπορώ πάρα να νιώθω ότι την απογοήτευσα μέχρι το τέλος.

Το βράδυ εκείνο γυρνούσαμε από τον ναό και το μυαλό μου ήταν σκοτισμένο από μια συμφωνία που είχε αποτύχει λίγες μέρες πριν. Σκεφτόμουν για ακόμα μία φορά ξιφίδια και σπαθιά και δεν της έδινα τη προσοχή που της άξιζε. Την ένιωσα φοβισμένη και της κράτησα το χέρι αλλά κατάλαβα πως δεν ήταν αρκετό. “Με αγαπάς;” με ρώτησε με ένα βλέμμα υγρό. Την πήρα στην αγκαλιά μου και αμέσως σταμάτησαν οι σκέψεις μου. Της φίλησα το μέτωπο και μετά τα χείλη της. “Είσαι η ζωή μου.” της αποκρίθηκα. Μου είπε πως είχε στείλει με τον αγγελιοφόρο μας ένα γράμμα στον ιερέα του διπλανού χωριού αλλά ο αγγελιοφόρος δεν είχε γυρίσει. Με παρακάλεσε να τον βρω. Δεν ήξερα τι να πρωτοσκεφτώ. Αναλογίστηκα ότι ήθελε να σπάσει τους δεσμούς του γάμου μας κρυφά από εμένα αλλά κάτι πήγε στραβά. Ήμουν ανόητος. Τόσο ανόητος.

Πριν προλάβω να της απαντήσω, ο χώρος γύρω μας άρχισε να σκοτεινιάζει αφύσικα και οι αναπνοές μας πάγωσαν. Όλα έγιναν απίστευτα γρήγορα και απίστευτα βίαια. Μέσα από το σκοτάδι που μας περιέβαλε πετάχτηκε το κτήνος και την άρπαξε από το λαιμό με τα φρικτά λιγνά δάχτυλα του που έμοιαζαν σαν να ήταν τυλιγμένο σε πίσσα. Έβγαλα το σπαθί μου και όρμησα πάνω του αλλά ήταν ήδη αργά. Την σήκωσε πάνω από το έδαφος με λύσσα και πέρασε τα λεπιδόμορφα νύχια του μέσα στο στήθος της. Χάθηκαν όλα μετά. Εκείνη, το κτήνος, η θέληση μου να ζω. Όλα.

Την επόμενη μέρα, ήμουν ο καταραμένος που ο Ισκιοφόρετος άφησε πίσω. Κανείς δεν ήθελε να βρίσκεται δίπλα μου. Κανένας φίλος ή συγγενής. Απέφευγαν ακόμα και να με κοιτάξουν. Πήρα το νεκρό της σώμα και το μετέφερα εδώ γιατί κανείς δεν το άγγιζε. Της φόρεσα το νυφικό της φόρεμα που τόσο λάτρευε και τώρα σκέπαζα τελείως τον τάφο της με χώμα. Αδύναμος, οργισμένος και ηττημένος ξάπλωσα δίπλα της κάτω από το δέντρο, ήπια από το φλασκί μου και επέτρεψα στα μάτια μου να κλείσουν.

Μια κραυγή πέρασε το φράγμα της εξάντλησης μου και με τράβηξε βίαια από τον ύπνο μου. Έβγαλα το σπαθί μου και κινήθηκα νότια από το δέντρο. Το δάσος, πυκνό και αφιλόξενο έμοιαζε με τις σκέψεις μου. “Βοήθεια” κραύγασε κάποιος ξανά. Η φωνή μου ήταν οικεία. Έτρεξα προς το μέρος που την άκουσα και στο έδαφος βρήκα σωριασμένο τον Αλμπέρτο. Ο αγγελιοφόρος μας. Θυμήθηκα τα τελευταία της λόγια. Τον έπιασα από το πανωφόρι του και τον σήκωσα όρθιο. Τον ρώτησα τι συνέβη και έμοιαζε σοκαρισμένος. “Μου επιτέθηκε η σκιά.” μου είπε τρεμάμενη φωνή. “ Έσκισε τις σάρκες του αλόγου μου σαν να ήταν από χαρτί και εμένα μου πλήγωσε τον ώμο. Έχωσε τα νύχια στο ζωντανό και το έσυρε σαν να ήταν γουρούνι που το πηγαίναν για σφαγή.” Τον κοίταξα διερευνητικά. Τα χέρια του ήταν γεμάτα αίμα που είχε στεγνώσει πάνω τους και το πρόσωπο του είχε εκδορές. Έπρεπε να βρω το κτήνος. Έπρεπε να βρω το γράμμα της Αθώρας μου. Έστρεψα το σπαθί μου στον Αλμπέρτο. “Θα με πας εκεί που συνέβη. Χωρίς ερωτήσεις.”

Περίμενα να αντιδράσει έντονα. Να με παρακαλέσει να μην τον επιστρέψω σε αυτόν τον εφιάλτη. Περίμενα να με κατηγορήσει και να με μισήσει. Αντί αυτού, σηκώθηκε και κουτσαίνοντας ξεκίνησε να με οδηγεί μέσα από το δαιδαλώδες δάσος. Περπατήσαμε ώρες ώσπου βρεθήκαμε έξω από ένα ερειπωμένο αρχοντικό. Το οίκημα ήταν απομονωμένο και τσακισμένο από τον χρόνο. “Πίσω από το σπίτι” μου είπε με βραχνή φωνή ο Αλμπέρτος.

Αύξησα τον βηματισμό μου και άφησα πίσω τον τραυματισμένο αγγελιοφόρο. Ο ουρανός, ταραγμένος και γκρίζος, άρχισε να ποτίζει τη γη μανιασμένα. Η καρδιά μου χτύπαγε στους ρυθμούς ενός ξέφρενου εμβατηρίου. Ένιωθα το αίμα μου να θεριεύει και κάθε μου αίσθηση να έχει οξυνθεί σε υπερβατικό σημείο. Άκουγα το φτερούγισμα των όρνιων πάνω από το νεκρό άλογο , εκατοντάδες μέτρα μακριά μου. Έβλεπα το αυλακωμένο χώμα που σύρθηκε το κτήνος  να εκτείνεται σε ένα κοντινό σπήλαιο και η δυσωδία του μου έκαιγε τα ρουθούνια παρά την έντονη βροχή. Το χέρι μου χάιδευε τη λαβή του σπαθιού μου με αδημονία. “Όλα τελειώνουν εδώ.” αναλογίστηκα.

Το λιβάδι απλωνόταν μπροστά μου σαν μία θάλασσα από στάχυα που είχαν για κυματοθραύστη τα πέτρινα τείχη που στέγαζαν το λημέρι του. Τα πτωματοφάγα πουλιά το περιτριγύριζαν σαν το πιο γνώριμο ταξίδι τους. Είχα πλησιάσει αρκετά. Άρπαξα την τσακμακόπετρα και την χτύπησα με αποφασιστικότητα. Η δάδα φούντωσε και με συνεπήρε η ορμή της. Έτρεξα προς το άλογο κραυγάζοντας για να διώξω τα όρνια. Δεν με ένοιαζε αν με άκουγε. Ήταν αργά για αυτό. Ήξερε ότι ήμουν εκεί.

Στη σέλα του αλόγου, ο πέτσινος σάκος είχε σκιστεί αλλά το γράμμα ήταν ακόμα εκεί. Το άρπαξα και απομακρύνθηκα ενστικτωδώς. Σαν να είχε μολυνθεί τόσο η σάρκα του ζώου που μπορούσε να με καταβάλει. Έπιασα το φλασκί μου με τον οίνο και έριξα πάνω στο ατυχές πλάσμα για να του βάλω φωτιά. “Τίποτα δεν θα μείνει” είπα στον εαυτό μου. “Τίποτα”

Μπήκα μέσα στο σπήλαιο έτοιμος να πεθάνω. Λίγα μέτρα μέσα του και τα τείχη του ήταν μάρτυρες πολλών θανατικών. Κουφάρια τυλιγμένα σε μία μαύρη ουσία και παρατημένα στη σήψη τους έκαναν τοξική την ατμόσφαιρα. Δεν αποκαρδιώθηκα και συνέχισα μέχρι που έφτασα σε μία κοιλότητα που έμοιαζε με δωμάτιο. Και τότε το είδα. Ψιλόλιγνο, σχεδόν αποσκελετωμένο, έμοιαζε ανθρώπινο πέρα από τα δυσανάλογα χέρια του και αυτό τα εφιαλτικά μάτια. Κόκκινα σαν του ρουμπινιού δίχως την εμφανή ύπαρξη κόρης και μονίμως υγρά, έσταζαν αίμα και είχαν αφήσει δύο κόκκινες γραμμές που έφταναν μέχρι το στόμα του σαν χαρακιές.

Το κτήνος έτρεμε σε κάθε του βήμα και έμοιαζε να κοιτάει κάτι ψηλά στο σπήλαιο. Έβγαλα το σπαθί μου μεθοδικά και αργά για να αποφύγω να κάνω κάποιον θόρυβο και ξεκίνησα να το πλησιάζω. “Το ξέρω πως είσαι εδώ” είπε με φωνή ήρεμη και απαλή. Ξαφνιάστηκα. Πάγωσα. “Περίμενες να ακούσεις άναρθρες κραυγές; Ίσως κάποιο γρίλισμα;” Γύρισε το κεφάλι του προς τα εμένα αν και τα μάτια του συνέχισαν να κοιτάνε ψηλα. “Λυπάμαι για τη γυναίκα σου. Έπρεπε να φύγει όμως. Όπως και εσύ.” Με μία απότομη κίνηση προς τα πίσω, ο Ισκιοφόρετος έμοιαζε να βυθίστηκε στα τείχη του σπηλαίου. Σαν να εξαφανίστηκε.

Πανικοβλήθηκα. Άρχισα να φωτίζω με τη δάδα μου όποια επιφάνεια έβρισκα. Κάθε γωνιά και κάθε ρωγμή. Κρύος ιδρώτας άρχισε να κυλάει από το μέτωπο μου και βρέθηκα να χάνομαι μέσα στις πιο σκοτεινές μου σκέψεις. Το πόσο ανάξιος ήμουν για την Αθώρα και πόσο ανίκανος να τη προστατεύσω. Για την αδυναμία μου να της δώσω ένα παιδί. Για το πως γυρνούσα μεθυσμένος και αιμόφυρτος στο σπίτι μετά από κάποια “συμφωνία” μου. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου και τότε μία φρικτή συνειδητοποίηση ήρθε σαν κεραυνός και με τίναξε. Σήκωσα το βλέμμα μου και από την κορυφή του σπηλαίου κρεμόταν καλυμμένο στη μαύρη ουσία το άψυχο κορμί του Αλμπέρτου. Θυμήθηκα το ποιηματάκι που έλεγαν τα παιδιά. Έπρεπε να πονηρευτώ και δεν το έκανα. Όμως είναι στη φύση μου να βλέπω το πονηρό όταν κρύβεται. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να μην μπορώ να το δω. Μόνο μία σκιά που δεν θα μπορούσα να φέρω μπροστά μου. Η δική μου.

Άφησα χάμω για λίγο το σπαθί και άγγιξα με τα δάχτυλα μου τα δάκρυα μου στο πρόσωπό μου. Ήταν αίμα. Ταράχτηκα και ανατρίχιασε όλη μου η ράχη. Πήγα κάτω από το κρεμασμένο κουφάρι του αγγελιοφόρου και πέταξα τη δάδα πάνω του. Άρπαξε φωτιά και τώρα υπήρχε μία διαφορετική πηγή φωτός. Έκατσα από κάτω της με το σπαθί στο χέρι και κοίταξα κάτω στη σκιά μου. Πριν προλάβω να αντιδράσω, το πελώριο χέρι του πετάχτηκε από μέσα της και με έπιασε από τον λαιμό και με σήκωσε στον αέρα όπως εκείνη. Κόπηκε η αναπνοή μου και θόλωσαν τα μάτια μου. Αναλογίστηκα πως την απογοήτευσα για μία τελευταία φορά αλλά τουλάχιστον θα την έβλεπα ξανά. Τα παγωμένα του νύχια πέρασαν μέσα από τον αριστερό μου ώμο. Ούρλιαξα από τον πόνο και χτυπιόμουν. Τον άκουσα να γελάει. Χαλάρωσε τη λαβή του και με έφερε κοντά στο στόμα του. Άρχισε να το ανοίγει αφύσικα πολύ μέχρι που το κεφάλι με την άνω σιαγόνα έγειρε σαν κουκούλα στην πλάτη του. Από μέσα του ξεπετάχτηκε το χέρι ενός μικρού κοριτσιού. Πιάστηκε από την κάτω σιαγόνα και αναδύθηκε μέχρι τους ώμους της. Τα μάτια της έτρεχαν αίμα όπως του κτήνους και ήταν χαμογελαστή και τυλιγμένη στην μαύρη ουσία που έβλεπα παντού. Άπλωσε τα χέρια της πάνω στο πρόσωπο μου και μίλησε με φωνή γριάς γυναίκας. “Σε περιμέναμε Μοίρανθε. Αδημονούμε να σε κάνουμε κομμάτι μας. Μια τελευταία εκδίκηση για εκείνην που τόλμησε να μας ανακαλύψει. Τώρα ηρέμησε. Παραιτήσου. Έτσι και αλλιώς δεν αξίζεις κάτι καλύτερο.”

Ένιωσα να μουδιάζω παντού και να αιμορραγώ από τους πόρους του σώματος μου. καθώς η μαύρη ουσία με τύλιγε. Ήθελε να με δει να βασανίζομαι. “Η σκιά του Αλμπέρτου ήταν πολύ χρήσιμη. Σε έφερε κοντά μας. Στην υπέροχη αγκαλιά μας. Και τώρα θα νιώθεις ότι νιώθουμε” Ένιωσα οργή και απέχθεια για την ύπαρξη και ήθελα να γίνω η λεπίδα με την οποία θα κατακοπούν οι αθώοι του κόσμου αυτού. Και τότε άκουσα την φωνή της αγαπημένης μου. “Μην αφήνεσαι.” Τινάχτηκα και το θηρίο φάνηκε να σαστίζει για λίγο. Ξαφνικά, ένιωσα έντονη θέρμη. Το φλεγόμενο πτώμα του Αλμπέρτου έπεσε πάνω στον Ισκιοφόρετο. Σαν να έπαιρνε την δική του εκδίκηση.

Το κτήνος με πέταξε απότομα έκλεισε το στόμα του και ούρλιαξε αλλόκοσμα προσπαθώντας να σβήσει τον εαυτό του από τη φωτιά. Χτυπιόταν στα τοιχώματα και κυλιόταν κάτω. Πήρα μία ανάσα και έπιασα το σπαθί μου. Πετάχτηκε μπροστά μου σαν από ένστικτο και τότε, ενώ ήμουν σίγουρος ότι θα γνώριζα το τέλος μου, μία ρίζα πετάχτηκε από το χώμα σαν λόγχη και διαπέρασε το στήθος του. Δεν φάνηκε τόσο να τον πλήττει, όσο να τον ακινητοποιεί Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει πληγή, μια ρωγμή στο μαύρο του σώμα, έμοιαζε να εκπέμπει φως. Έπεσε κάτω σχεδόν παγωμένος και σπάραζε σαν ψάρι που το έβγαλαν από τη θάλασσα. Το στόμα του, ανίκανο να κλείσει πλήρως έδειχνε να ψάχνει αέρα. Έβγαλα μία κραυγή και πέρασα τη λεπίδα μου μέσα του και το κάρφωσα στο έδαφος. Όσο υπέφερε δεν μπορούσε να ξαναγίνει σκιά. Πάτησα με το πόδι μου τη λαβή να μπει βαθιά και πήρα τη δάδα και του έβαλα φωτιά. Καθώς έλιωνε μπροστά μου, ακούστηκε η γριά να αντηχεί στο σπήλαιο. “Είμαστε πολλοί” Κοίταξα γύρω μου τους νεκρούς που ήταν τυλιγμένοι στη μαύρη ουσία και κατάλαβα πως κάθε ένα από τα θύματα ήταν μία σκιά που έλεγχε ο Ισκιοφόρετος. Τους έβαλα φωτιά και βγήκα ημίνεκρος από το σπήλαιο.

Η βροχή ήταν θείο δώρο. Το αίμα, το σκοτάδι, η ζωή μου έμοιαζαν να ξεπλένονται και να χάνονται. Έκανα κάποια βήματα και κατέρρευσα. Άκουγα αχνά τα φτερουγίσματα των όρνιων να με περιτριγυρίζουν. Τα μάτια μου έκλεισαν και αφέθηκα στη μοίρα μου. Θα επέστρεφα στη καλή μου. Δεν ήταν όμως αυτό το γραφτό μου.

Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν ξαπλωμένος στο κελί ενός ναού. Άκουγα από το παράθυρο τους ύμνους που έψελναν οι μοναχοί. Ήμουν ακόμα αδύναμος να σηκωθώ αλλά σήκωσα τον κορμό μου ελαφρώς. Απέναντι μου καθόταν ένας περίεργος άντρας με σκούρο μπλε παλτό και ένα ψηλό μπαστούνι από κορμό ελιάς. Στα χέρια του ήταν το γράμμα που είχε στείλει η Αθώρα μου. Εξοργίστηκα. “Με ποιο δικαίωμα διαβάζεις αυτό το γράμμα;” του φώναξα. Μου χαμογέλασε και με πλησίασε. “Εγώ σε έφερα εδώ. Ακόμα έχεις να γράψεις πολλά στο κιτάπι της μοίρας σου.” Έβαλε το γράμμα στα χέρια μου και έφυγε. Το άνοιξα και δεν είχε παρά σκόρπιες λέξεις.

 “Νεφελόντα. Θωρούν. 3. 22. 8.”

Έβαλα όλη μου την δύναμη και σηκώθηκα μπροστά στο παράθυρο. Ο άνδρας περνούσε μέσα από έναν κυκλικό προαύλιο χώρο του ναού. Κοντοστάθηκε σε μία ελιά που υπήρχε στο κέντρο της και έβαλε τρεις πέτρες, την μία πάνω από την άλλη. Γύρισε το βλέμμα του σε εμένα, λες και ήξερε πως τον κοίταγα και με χαιρέτησε. Κάτι μου λέει πως θα τον ξαναδώ.